Плотин. - Четвертая эннеада. - 2004
.pdf350Плотин. Эннеады. Трактат IV. 7
4.См.: Фрагменты древних стоиков, II. 854.
5.Стоическая доктрина подвергается критике также
BEnn.W.2.2. 13.
6.Снова аристотелевский аргумент; см.: О душе,
А.407а 15-22. Правда, Плотин не упоминает, что этот ар гумент направлен против Платона (собственно, против буквального понимания кругообращения души в Тимее, 35а-37с).
7.Аллюзия на Одиссею, 10. 555.
8.Этот перечень сил души возник, возможно, под влиянием платоновского перечисления душевных движе ний в Законах, X, 897а 1-4, хотя сходство между ними далеко не полное. Платон всесторонне подходит к вопро су, и его перечисление включает в себя не только добрые, но и злые движения; Плотин же упоминает только благие силы души.
9.Об этой стоической доктрине — см.: Фрагменты древних стоиков, I. 102. И. 467, 471. Более полное ее оп ровержение, основанное на аргументах Александра Афродисийского, см.: Епп. II. 7.
10.Несколько перефразированная цитата из Аристо теля: О душе, В. 1, 412а27-Ы.
11.См.: Платон. Федр, 245с9.
12.См.: Платон. Государство, VIII. 547Ь6-7.
13.Цитата из Эмпедокла. См.: Fr. В. 112 Diels—Kranz 4.
14.Снова миф из Федра (247d5 и ел.), но сильно переиначенный. Нравственные эйдосы помещаются не «в занебесной области» — как у Платона, а внутри самой души, и душа видит их не как потусторонние реалии, но
О бессмертии души |
351 |
как присущие ей, когда она, в процессе самоочищения, «счищает ржавчину времени» с них и возвращается к ис тинному самопознанию. Образ «живого золота», активно освобождающегося от налипшего к нему мусора, — один из самых ярких и живых образов у Плотина.
Е е ] Б щ ЕТЗ ΞΊ3 Eel ЕсЭΕΈ1 Ecu EcJ ЕТЗ Eel
ГЗЕД fJ C7| РД CT| ГДЕ] ГД IT| [П С7| [Д F| |"Д g] f j g | (Д СП [Д Ell
ΕΊ3ΕΊΞ! L3cJ La cJ ΕΈ3ΕΊ3Ε"Ξ Ξ Ώ ЕГЭΕΤ3ΕΊ3
ЕИЭ ГД СПГД ^1 ГД C1 РДСП ГД СП ГД С] РЗСП ГД ^1 ГД Cl ГДЕ!
ΠΕΡΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ ΨΥΧΗΣ
1. Ε/ δε εστ/ν ά&άνατος έκαστος ημών, η φ&ε/ρεταί πας, η τα μεν αυτού άπεισιν εις σκεδασιν και φθοράν, τα
δε μένει εις αεί, άπερ εστίν |
αυτός, ώδ" αν τις μαθοί κατά |
|||
φύσιν επισκοπούμενος. |
'Απλούν |
μεν δη τι ουκ αν εϊη |
||
άνθρωπος, αλλ' |
εστίν |
εν αύτω φυχη, έχει δε και σώμα |
||
είτ ουν όργανον |
ον ημίν, |
ε/τχ |
ουν έτερον τρόπον προ- |
|
σηρτημενον. 'Αλλ' ουν διηρησθω τε ταύτη και εκατερου την φύσιν τε και ούσίαν κατα^θεατεον. Το μεν δη σώμα και αύτο συγκείμενον ούτε παρά του λόγου δύναται μενειν, η τε αϊσθησις όρφ λυόμενόν τε και τηκόμενον και παντοίους ολέθρους δεχόμενον, εκάστου τε τών ενόντων προς το αύτοΰ φερομένου, φθείροντας τε άλλου έτερον και μεταβάλλοντος εις άλλο και άπολλύντος, και μάλιστα όταν ψυχή η φίλα ποιούσα μή παρή τοίς ογκοις. Καν μ,ονωθη δε εκαστον γενόμενον εν ούκ εστί, λύσιν δεχόμενον εις τε μορφην και υλην, εξ ών ανάγκη και τα άπλα τών σωμάτων τάς συστάσεις εχειν. Κα/ μην και μέγεθος έχοντα, ατε σώ ματα οντά, τεμνόμενα τε και εις μικρά θραυόμενα και ταύτη φθοράν αν ύπομενοι. Ώστχ ει μεν μέρος ημών τούτο, ού το παν αθάνατοι, ει δε όργανον,'έδειγε αύτο εις χρόνον τινά δοθέν τοιούτον την φύσιν είναι. Το δε κυριώτατον και αυτός ό άνθρωπος, είπερ τούτο, κατά το
ΠΕΡΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ ΨΥΧΗΣ |
353 |
είδος ώς προς υλην το σώμα η κατά το χρώμενον ώς προς όργανον εκατερως δε η φυχ^η αυτός.
2. Ύοΰτοοΰν τίνα φύσιν έχει; 'Ή σώμα μεν ον πάντως άναλυτεον σύν^ετον γαρ παν γε σώμα. Ε/ δε μτη σώμα είη, αλλά φύσεως άλλης, κάκείνην η τον αυτόν τρόπον η κατ" άλλον σκεπτεον. Πρώτον δε σκετεον, εις ότι δει τούτο το σώμα, ολεγουσι φυχρην, άναλύειν. Έπεί γαρ ζωη φυχη πάρεστίν εξανάγκης, ανάγκη τούτο το σώμα, την φυχην, ει μεν εκ δύο σωμάτων η πλειόνων είη, 'ήτοι εκάτερον αυτών η εκαστον ζωην σύμφυτον εχειν, η το μεν εχειν, το δε μη, η μτηδετερον η μτηδεν εχειν. Εί μεν δη ένί αυτών προσείτ) το ζην, αυτό τούτο αν είη φυχη. Ύί αν ουν είη σώμα ζωην παρ" αύτοΰ έχον; ΐϊΰρ γαρ καί άηρ καί ύδωρ καί γη άφυχα παρ" αυτών καί οτω πάρεστι τούτων φυχρη, τούτο επακτώ κεχρηται τη ζωη, άλλα δε παρά ταί/τα σώματα ουκ εστί. Καί οϊς γε δοκεΐ είναι καί στοιχεία τούτων έτερα, σώματα, ου φυχαί, ελέχθησαν είναι ούδε
ζ(ιγην έχοντα. Ει δε μηδενός αυτών ζωην έχοντος η σύνοδος πεποίηκε ζωην, άτοπον ει δε εκαστον ζωην εχοι, καί εν άρκε? μάλλον δε αδύνατον συμφόρτησιν σωμάτων ζω ην εργάζεσ^αι και νουν γεννάν τά ανόητα. Καί δη και ούχ όπωσουν κρα^εντα ταύτα φησουσι γίγνεσθαι. ΔεΓ αρα ε?να/ το τάξον καί το της κράσεως αίτιον ώστε τούτο τάξιν αν εχοι φυχης. Ού γάρ ό τι σύνθετον, άλλ" ούδε άπλοΰν αν είη σώμα εν τόΐς ούσιν άνευ φυχης ούσης εν τφ παντί, είπερ λόγος προσελ^ών τη υλη σώμα ποιεί, ούδαμό^εν δ" αν προσελ^οι λόγος η παρά φυχής.
3. Ε/ δε τις щ ούτως, αλλά άτόμους η άμερη συνελ- %ντα φυχην ποιείν τη ενώσει λεγοι καί όμσπααείφ, ελεγ-
354 Плотин. Эннеады. Трактат IV. 7 (2)
χοιτ αν кал τη παραθέσει μ/η δι" όλου δε, ού γιγνομενου ενός ούδε συμπαγούς εξ άπα&ών και μη ενοΰσ^αι δυνά μενων σωμάτων ψυχή δε αύτη συμπαΒης. Έκ δε αμερων σώμα ούδε μέγεθος αν γένοιτο. Και μην ει απλού οντος του σώματος το μεν όσον ύλικόν παρ" αύτου ζωην εχειν ου ψησουσιν υλη γαρ αποιον το δε κατά το είδος τετωγμενον επιφερειν την ζωην, ει μεν ουσιαν ψησουσι το είδος τούτο είναι, ου το συναμ/ρότερον, Βάτερον δε τούτων εσται η ψυχή· ο ούκετ αν σώμα* ού γαρ εξ ύλης και τούτο, η πάλιν τον αυτόν τρόπον άναλύσομεν. Ει δε πάΒημα της ύλης, αλλ' ούκ ουσιαν ψησουσιν είναι, αφ' ου το πόνημα και η ζοτη εις την ϋλην εληλυ^ε, λεκτεον αύτοΐς. Ού γαρ δη η υλη αύτην μωρφοί ούδε αύτη ψυχ^ην εντίΒησι. Δεί αρα τι είναι το χορ^ηγόν της ζωής, είτε τη υλη η χορη γία, ε/'^χ ότωοΰν των σωμάτων, ϊξω ον και επεκεινα σωματικής φύσεως απούσης. Έπε/ ούδ" αν είη σώμα ούδεν ψυχικής δυνόψ^εως ούκ ούσης. 'Ρείγάρ, και εν φορφ αύτου η φύσις, και απολοιτο αν ως τάχιστα, ει πάντα σώματα είη, καν ει όνομα ενι αυτών ψυχην τις Βείτο. Ταύτα γαρ αν πά$οι τοις άλλοις σώμασιν ύλης μιας ούσης αύτόις. Μάλλον δε ούδ" αν γένοιτο, άλλα στησεται εν υλη τά πάντα, μή οντος του μορφοΰντος αύτην. Τάχα δ* αν ούδ" αν η υλη το παράπαν είη. ΑυΒησεταί τε και τόδε το ξύμπαν, ει τις αυτό πιστεύσειε σώματος συνερξει, διδούς αύτω ψυχής τάξιν μέχρι των ονομάτων, άερι και πνεύματι σκεδαστοτάτφ και το ενι είναι εχοντι ού παρ" αύτου. Πώς γάρ τεμνομένων των πάντων σωμάτων ωτινιουν τις άνα$εις τόδε το παν ούκ άνόητόν τε και φερόμενον εική ποιήσει; Ύίς γάρ τάξις εν πνεύματι δεομΑνω παρά ψυχής
ΠΕΡΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ ΨΥΧΗΣ |
355 |
τάξεως η λόγος η νους; 'Αλλα ψυχής μλν ουσ<ης ύπουργά ταντα πάντα aùrfj εις σύστασιν κόσμου και ζφου εκάστου, άλλης παρ* άλλου δυνάμεως εις το όλον συντελούσηςταύτης δε μη παρούσης εν τοις ολοις ούδεν αν εΥη ταί/τα, ούχ οτι εν τάζει.
4. Μαρτυροΰσι δε και αυτοί υπό της αληθείας αγό μενοι, ως δεΐ τι προ των σωμάτων είναι κρεϊττον αυτών ψυχής είδος, εννουν το πνεύμα και πυρ νοερόν τιθέμενοι, ωσπερ άνευ πυρός και πνεύματος ου δυνάμενης της κρείττονος μοίρας εν τοις οίυσιν είναι, τόπον δε ζητούσης εις το ιδρυ&ηναι, δέον ζηττείν, σπου τα σώματα ιδρύσουσιν, ώς άρα δειτσλ)τα εν ψυχής δυνόψεσιν ιδρυσ$αι. Ε/ δε μηδέν παρά το -πνεύμα την ζωψ και την ψυχην τίθενται, τι το πολυ^ρύλλητον αύτοις πως έχον, εις ο καταφεύγουσιν άνοηκαζόμενοι τί$εσ$αι αλλην παρά τά σώματα φύσιν δραστηριον; Εί οΰν ου πάν μεν πνεύμα ψυχή, οτι μύρια πνεύματα άψυχα, το δε πως έχον πνεύμα, ψησουσι, το πως έχον τούτο και ταύτην την σχεσιν *η τών όντων τι ψησουσιν *η μηδέν. 'Αλλ' ει μεν μηδέν, πνεύμα άν ενη μόνον, το δε πως έχον όνομα. Και ούτω συμ&ησεται αύτοίς ούδε άλλο ούδεν είναι λέγειν <η την υλην και ψυχην και $εόν, και ονόματα πάντα, εκείνο δε μόνον. Ει δε τών όντων η σχεσις και άλλο παρά το ύποκείμενον και την υλην, εν υλη μεν, άυλον δε αυτό τψ μ/η πάλιν αυ συγκεισ^αι εξ ύλης, λόγος άν ενη τις και ου σώμα και φύσις έτερα. 'Έτι δε και εκ τώνδε ούχ ήττον φαίνεται αδύνατον ον την ψυχην είναι σώμα ότιοΰν. 'Ή γάρ θερμών εστίν <η φυχρόν, η σκληρόν *η μαλακόν, ύγρόν τε *η πεπηγός, μΑλαν τε η λευκόν, και πάντα οσα ποιότητες σωμάτων άλλα/ εν άλλοις. Kai ει
356 Плотин. Эннеады. Трактат IV. 7 (2)
μεν θερμών μόνον, θερμαίνει, ψυχρόν δε μόνον, ψύξεικαι κουφά ποιήσει το κοΰφον προσγενόμενον και παρόν, και βαρύνει το βαρύκαι μελανεΐ το μέλαν, και το λευκον λευκον ποιήσει. Ου γάρ πυρός το ψύχειν, ούδε του ψυχρού θερμά ποιεϊν. 'Αλλ' ή γε ψυχή και εν άλλοις μεν ζώοις άλλα, τα δ* άλλα ποιεί, και εν τω δε αύτω τα εναντία, τα μεν πηγνυσα, τα δε χέουσα, και τα μεν πυκνά, τα δε αραιά, μέλανα λευκά, κουφά βαρέα. Καίτοι εν δεΐποιεΐν κατά την του σώματος ποιότητα τε την άλλην και δή και χρόαν νυν δε πολλά.
5. Ύάς δε δή κινήσεις πώς διαφόρους, αλλ' ου μίαν, μιας ούσης παντός σώματος κινήσεως; Ε/ δε των μεν προαιρέσεις, των δε λόγους αίτιάσονται, ορθώς μεν τούτο- αλλ* ου σώματος ή προαίρεσις ουδέ οι λόγοι διάφοροι γε οντες, ενός οντος και απλού του σώματος, και ου μετόν αύτω τοιούτου γε λόγου, ή όσος δέδοται αύτω παρά του ποιήσαντος θερμόν αυτό ή φυχρον είναι. Το δε και ένχρόνοις αυξειν, και μέχρι τοσούτου μέτρου, πόθεν αν τω σώματι αύτω γένοιτο, ω προσήκει έναύξεσθαι, αύτω δε άμοίρω του αυζειν είναι, ή όσον παραληφθείη αν εν ύλης ογκω υπηρετούν τφ δι" αύτοΰ την αυξην έργαζομένω; Και γάρ ει ή ψυχή σώμα ούσα αυξοι, ανάγκη και αυτήν αυξεσθαι, προσθήκη δηλονότι όμοιου σώματος, εί μέλλει εις Ίσον /ένα/ τω αύξομένω υπ* αυτής. Κα/ ή ψυχή εσται το προστιθέμενον ή αψυχον σώμα. Κα/ εί μεν ψυχή, πόθεν και πώς είσιούσης, και πώς προστιθεμένης; Ε/ δε αψυχον το προστιθέμενον, πώς τούτο ψυχώσεται και τω πρόσθεν όμογνωμ/)νήσει καί εν εσται καί των αυτών δοξών τή πρόσθεν μεταλήψεται, αλλ' ούχ ώσπερ ξένη ψυχή αυτή
ΠΕΡΙ ΛΘΑΝΑΣΙΑΣ ΨΥΧΗΣ |
357 |
εν άγνοίφ εσται ων ή έτερα; Ε/ δε και, ώσπερ ο άλλος όγκος ημών, το μεν τι απορρεύσεται αυτού, το δε τι προσελεύσεται, ούδεν δε εσται το αυτό, πώς ουν *ημΪν ai μνημαι, πώς δε η γνώρισις οικείων ουδέποτε τη airrfj φυ%η χρωμενων; Κα/ μ^ην ει σώμα εστί, φύσις δε σώματοςμεριζόμενον εις πλείω εκαστον μ/η το αυτό είναι τών μερών τω ολω, ει το τοσόνδε μέγεθος φυχη, ο εάν ελαττον γι φυχη ουκ εσταιy ώσπερ παν ποσόν αφαιρέσει το είναι το πρόσ^εν ηλλάξατο ει δε τι τών μέγεθος εχόντων τον ογκον ελατ- τω^εν τγ\ ποιότητι ταύτον μένοι, γι μεν σώμα έτερον εστί, και γι ποσόν, τγί δε ποιότητι ετερφ της ποσότητος ουσγι το ταύτον άποσωζειν δύναται τι το'ινυν ψησουσιν οι την φυχην σώμα είναι άγοντες; Πρώτον μεν περί έκαστου μέρους της φυχης της εν τω αύτω σώματι πότερον εκαστον ψυχην, οία εστί και *η ολη; Κα/ πάλιν του μέρους το μΑρος; Ούδεν αρα το μέγεθος συνεβά)\λετο τη ούσίφ αύτης· καίτοι έδει γε ποσού τίνος οντος· και όλον πο?\λαχ% όπερ σώματι παρείναι αδύνατον εν πλείοσι το αυτό όλον είναι και το μέρος όπερ το όλον ύπάρχειν. Ε/ δε εκαστον τών μερών ού φυχην ψησουσιν, εξ άφύχων φυχη αύτοίς υπάρξει. Και προσέτι φυχης εκάστης το μέγεθος ώρισμλνον εσται, ούδε εφ" εκάτερα η επί το ελαττον γε γ επί το μείζον φυχ^η ούκ εσται. 'Οταν τοίνυν εκ συνόδου μιας και ενός σπέρματος δίδυμα γενηται γεννήματα, *η και, ώσπερ και εν τοις άλλοις ζωοις, πλείστα του σπέρματος εις πο)(λούς τόπους μεριζομενου, ού δη εχαοτον όλον εστί, πώς ού διδάσκει τούτο τους βουλομένους μαν^άνειν, ως, οπού το μέρος το αυτό εστί τω ολω, τούτο εν τγ\ αυτού ούσίφ το ποσόν είναι ύπερβε&ηκεν, αποσον δε αυτό είναι δει εξ ανάγκης; Ούτω
358 Плотин. Эннеады. Трактат IV. 7 (2)
γαρ αν μ&νοι το αυτό του ποσού κλ&πτομλνου, ατε μη μελον αύτφ ποσότητος και όγκου, ώς αν της ουσίας αυτού έτερον τι ούσης. "Κποσον αρα η φυχη και οι λόγοι.
6. "Οτ/ Βε, ει σώμα είη η φυχη, ούτε το αίσθάνεσθαι ούτε το νοεΐν οΰτε το επίστασθαι ούτε άρετη ούτε τι τών καλών εσται, εκ τώνδε Βηλον. Ει τι μέλλει αίσθάνεσθαι τίνος, εν αυτό δε? είναι και τφ αυτώ παντός άντιλ&μ- βάνεσθαι, και ει bia πολλών αισθητηρίων πλείω τα εισιόντα είη η πολλαι περί εν ποιότητες, καν ίΓ ενός ποικίλον οίον πρόσωπον. Ου γαρ άλλο μεν ρινός, άλλο δε οφθαλμών, αλλά ταύτόν όμου πάντων. Kai ει το μεν δΓ ομμάτων, το <$ε ètx άκοης, εν τι δεΐ είναι, εις ο άμφω. 'Ή πώς αν ειποι, οτι έτερα ταί/τα, μη είς το αυτό όμου τών αισθημάτων ελ£όντων; Αεί τοίνυν τοΰτο ωσπερ κεντρον είναι, γραμμάς δε συμβάλλουσας εκ περιφερείας κύκλου τας πανταχόθεν αισθήσεις προς τοΰτο περαίνειν, και τοιούτον το αντιλαμβανόμενον είναι, εν ον όντως. Ε/ Βε διεστώς τούτο γένοιτο, και οίον γραμψ^ς επ αμφω τα πέρατα αϊ αισθήσεις προσβάλλοιεν, η συνδραμείται είς εν και το αυτό πάλιν, οίον το μέσοι/, η άλλο, το οε άλλο, εκάτερον εκατερου αισθησιν εξειώσπερ αν ει εγώ μεν άλλου, συ δε άλλου αίσθοιο. Καί ει εν ενη το αϊσθημα, οΐον πρόσωπον, η είς εν συναιρεθησεται όπερ καί φαίνεται · συναιρείται γαρ και εν αύταις τοις κόραις· η πώς αν τα μέγιστα δια ταύτης ορώτο; ώστε ετι μάλλον είς το ηγεμ/>νουν ιόντα οΐον αψέρτ) νοήματα γίγνεσθαι καί εσται άμερες τοΰτοημ^γεθ'ει οντι τούτφ συμμ^ρίζοιτο αν, ώστε άλλο άλλου μλρος καί μ/ηδενα ημών όλου του αίσθητοΰ την άντίληφιν Υσχειν. Αλλα γαρ εν εστί το παν πώς γαρ
ΠΕΡΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑ! ΨΥΧΗΣ |
359 |
αν και διαιροίτο; Ου γαρ δη το 'ίσον τφ ϊσφ εφαρμόσει, οτι ουκ Ίσον το ηγεμ^ονοΰν παντι αίσθητφ. Κατά πηλίκα ουν
ηδιαίρεσις; Ή εις τοσαυτα διαιρεθησεται, καθόσον αν αριθμού εχοι εις ποικιλίαν το εισιόν αίσθημα; Κα/ εκαστον δη εκείνων των μερών της φυχής άρα και τοις μορίοις αύτου αίσθησεται. Ή αναίσθητα τα μέρη των μορίων ϊσταν, 'Αλλα αδύνατον. Ε/ δε οτιοΰν παντός αισθησεται, εις άπειρα διαιρείσθαι του μεγέθους πεφυκότος άπει ρους και αισθήσεις ка!У εκαστον αισθητόν συμβησεται γίγνεσθαι εκάστφ οίον του αύτου άπειρους εν τω ηγεμονοΰντι ημών εικόνας. Και μην σώματος οντος του αίσθανομενου ούκ αν άλλον τρόπον γένοιτο το αίσθάνεσθαι
ηοίον εν κηρώ ενσημ/ινθεΐσαι άπο δακτυλίων σφραγί δες, είτ ουν εις αίμα, ε/τ' ουν εις άερα τών αισθητών ενσημαινομενων. Και ει μεν ως εν σώμασιν ύγροΐς, όπερ και ευλογον, ώσπερ εις ύδωρ συγχυθησεται, και ούκ εσται μνημ/η* ει δε μενουσιν οι τύποι, η ούκ εστίν άλλους ενσημαίνεσθαι εκείνων κατεχόντων, ώστε άλλα/ αισθή σεις ούκ έσονται, η γινομένων άλλων εκείνοι οι πρότεροι άπολοΰνταν ώστε ούδεν ϊσται μνημονεύειν. Ε/ δε εστί το μνημονεύειν και άλλων αίσθάνεσθαι επ άλλοις ούκ εμποδιζόντων τών πρόσθεν, αδύνατον την φυχην σώμα είναι.
7. "Ι&Μ δ* άν τις και εκ του άλγείν και εκ της του άλγείν αίσθησεως το αυτό τούτο. "Οταν δάχτυλον Τ&γψαι άλγείν άνθρωπος, η μλν οδύνη περί τον δάχτυλον δηπουθεν, η δ* αίσθησις του άλγείν δηλον οτι όμολογησουσιν, ως περί το ηγεμονουν γίγνεται. 'Αλλοι; δη οντος του πονοΰντος μέ ρους του πνεύματος το ηγεμονουν αισθάνεται, και ολη η φυ%η το αυτό πό/τχει. ΥΙώς ουν τούτο συμβαίνει; Διαδόσει,
