Плотин. - Первая эннеада. - 2004
.pdf100 Плотин. Эннеады. Трактат I. 1
όργάνω γινωσκούσγ) τα έξωθεν πα&ηματα εξαισ&ησεως· επει και το χρψτΒ-αι όμμασίν εστίν οραν. 'Αλλά και βλάβαι περί τό οραν, ώστε кал λΰπαι και το αλγεϊν και όλως ο τι περ αν περί το σώμα παν γίγνηταν ώστε και επουμίαι ζητούσης την $εραπείαν του οργάνου. 'Αλλά πώς από του σώματος εις αυτήν ηξει τα πάθη; Σώμα μλν γαρ σώματι αλλω μεταδώσει τών εαυτού, σώμα δε ψυχή πώς; Ύοΰτο γάρ εστίν οίον άλλου παθόντος άλλο πα&εΐν. Με%ρ/ γαρ του το μεν είναι το χρώμενον, το δε ω χρηται, χωρίς εστίν εκάτερον χωρίζει γοΰν 6 το χρώμενον την ψυχήν διδούς. Αλλά προ του χωρίσαι δια φιλοσοφίας αυτό πώς εΊχεν; Ή εμεμικτο. Αλλά εί εμεμικτο, *η κρασίς τις *ην, <η ως διαπλακείσα, γ ώς είδος ου κεχωρισμενον, rj είδος εφαπτομενον, ώσπερ 6 κυβερνήτης, *η το μεν ούτως αύτοΰ, τό δε εκείνως' λέγω δε <η το μεν κεχωρισμενον, όπερ το χρώμενον, τό δε μεμιγμενον οπωσοΰν και αυτό ον εν τάξει του ω χρήται, Ίνα τούτο η φιλοσοφία кал αυτό επίστρεφα προς τό χρώμενον και το χρώμενον άπάγη, όσον μ/ïj πασ*α ανάγκη, άπο του ω χρηται, ώς μιη άει μ/ηδε χρησ^αι.
4. Θώμεν τοίνυν μεμιχ^αι. Αλλ' μεμικται, το μλν χείρον εσται βελτιον, το σώμα, το δε χείρον, η ψυχήκαι βελτιον μλν το σώμα ζωής μετάλαβαν, χείρον δε η ψυχή θανάτου και αλογίας. Τό δη άφαιρε^εν οπωσοΰν ζωής πώς αν προσ^ηκην λάβοι το αισ$άνεσ$αι; Τουναντίον δ' άν το σώμα ζατην λαβον τούτο αν ενη τό αισ$*ησεως και τών εξ αίσΒήσεως πουλημάτων μεταλοφβάνον. Ύοΰτο τοίνυν και όρεξεται τοΰτο γάρ και απολαύσει ων ορέγεται και φοβη σεται περί αυτοΰ' τοΰτο γάρ και ου τεύξεται τών ηδέων
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΤΙ ΤΟ ΖΩΙΟΝ ΚΑΙ ΤΙΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ 101
και φθαρησεται. Ζτ^τητεον δε και τον τρόπον της μίξεως, μτφιοττε ου δυνατός % ώσπερ αν ε)'τις λεγοι μεμϊχβαι λευκώ γραμμ/ην, φύσιν αλλην αλλ% То δε «διαπλακείσα» ου ποιεί όμοιοπα&η τα διαπλακεντα, αλλ' εστίν άπατες είναι το διαπλακεν και εστί φυχ^ην διαπεφοιτηκυίαν μνητοι πάσχειν τα εκείνου πάδτ?, ώσπερ και το φώς, και μάλιστα, ει ούτω, δι' όλου ώς διαπεπλεχθαι· ου παρά τούτο ουν πε'ισεται τα σώματος πά3τ}, οτι διαπεπλεκται. 'Αλλ' ώς είδος εν ΰλγ εσται εν τω σώματι\ Πρώτον μεν ώςχωριστον είδος εσται, είπερ ουσία, και μάλλον αν ε)'τ) κατά το χρώμενον. Ε/ δε ώς τω πελεκει το σχήμα το επί τω σιδηρω, και το συναμφότερον 6 πελεκυς ποιήσει α ποιήσει 6 σίδηρος 6 ούτως εσχηματισμενος, κατά το σχ^μα μεντοι, μάλλον αν τω σώματι διδοϊμεν οσα κοινά πάθη, τω μεντοι τοιούτω, τω φυσικφ, όργανικώ, δυνάμει ζαχην εχοντι. Καί γαρ άτοπον φησι την φυχήν ύφαίνειν λέγειν, ώστε καί επιθυμείν και λυπείσθαΐ' αλλά το ζωον μάλλον.
5. Αλλά το ζωον ή το σώμα δείλεγειν το τοιόνδε, <η το κοινόν, ή έτερον τι τρίτον εξάμφοΐν γεγενημενον. 'Οπως δ' αν εχχ), ήτοι άπα£ή δεί την φυχήν φυλάττειν αυτήν αιτίαν γενομενψ αλλω του τοιούτου, ή συμπάσχειν και αυτήν και ή ταύτόν πάσχουσαν πά&ημα πάσχειν, ή όμοιόν τι, οίον άλλως μεν το ζωον επιΒνμείν, άλλως δε το επιΒνμνητικόν ενεργεΐν ή πάσχειν. Ίο μεν ουν σώμα το τοιόνδε ύστερον επισκετττέον το δε συναμφότερον οίον λυπείσθαι πώς; Άρα οτι του σώματος ούτωσι διατεθέντος και μέχρις αίσθήσεως διελθόντος του πάθους της αισθήσεως εις φυχήν τελευτώσης; Αλλ' ή αισθησις ουπω
102 Плотин. Эннеады. Трактат I. 1
δηλον πώς. Αλλ' όταν η λύπη άρχην άπό δόξης кал κρίσεως λόβη του κακόν τι παρεΊναι η αύτφ η τινι των οικείων, εΐτ εντεύθεν τροπή λυπηρά, επί το σώμα και όλως επί παν το ζφον γενηταν, Αλλά και το της δόξης ουπω δηλον τίνος, της φυχης η του συναμφοτερουείτα η μεν δόξα η περί του κακόν το της λύπης ούκ έχει πά^θος* και γαρ και δυνατόν της δόξης παρούσης μη πάντως επιγίνεσθαι το λυπεΐσθαι, μπ$' αύ το όργίζεσθαι δόξης του όλιγωρείσθαι γενομένης, μ/ηδ' αύ αγαθού δόξης κινεισθαι την ορεξιν. Πώς ούν κοινά ταίτα; "Η, οτι кал η επιθυμία του επιθυμ/ητικοΰ και ο θυμός του θυμικού кол όλως του ορεκτικού η επί τι εκστασις. Αλλ' ούτως ούκετι κοινά εσται, αλλά της φυχης μόνης' η καί του σώματος, οτι δει αίμα καί χολην ζεσαι καί πως διατεθέν το σώμα την ορεξιν κινησαι, οίον επί αφροδισίων. Ή δε του άγαμου ορεξις μη\ κοινόν πόνημα άλλα φυχης έστω, ώσπερ καί άλλα, καί ού πάντα του κοινού δίδωσί τις λόγος. 'Αλλά όρεγομενου αφροδισίων τοΰ άνθρωπου εσται μεν ό άνθρωπος ο επιθυμών, εσται δε άλλως καί το επιθυμητικόν επιθυμούν. Κα/ πώς; 'Αρα αρξει μεν ό άνθρωπος
της επιθυμίας, επακολουθήσει δε το επιθυμ^ητικόν; 'Αλλά πώς όλως επεθύμιησεν ό άνθρωπος μ/rç τοΰ επιθυμ/ητικοΰ κεκινημενου; 'Αλλ' αρξει το επιθυμητικόν. 'Αλλά τοΰ σώματος μ/η πρότερον ούτωσί διατεθέντος πόθεν αρξεται;
6. 'Αλλ' Ίσως βελτιον ειπείν καθόλου τω παρείναι τάς δυνάμεις τά έχοντα είναι τα ενεργούντα κατ αύτάς, αύτας δε ακίνητους είναι χορηγούσας το δύνασθαι τοΐς εχουσιν. 'Αλλ' ει τούτο εστί, πάσχοντος τοΰ ζφου την οΛτίαν τοΰ
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΤΙ ΤΟ ΖΩΙΟΝ ΚΑΙ ΤΙΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ 103
ζην τω συναμφοτερω δοΰσαν αυτήν άπαθη είναι των παθών και των ενεργειών του έχοντος όντων. 'Αλλ 'ει τούτο, και το ζην όλως ου της φυχής, αλλά του συναμφοτερου εσται; Ή то του συναμφοτερου ζην ου της φυχης εσταιкал ή δύνα4ΐις δε ή αισθητική ουκ αισθήσεται, άλλα το έχον τήν δύναμιν. Αλλ' ει ή άίσθησις δια σώματος κίνησις ούσα εις φυχήν τελευτςί, πώς ή φυχή ουκ αισθήσεται; 'Ή της δυνάμεως της αισθητικής παρούσης τω ταύτην παρείναι αισθήσεται. Ύί αισθήσεται; το συναμφότερον; Αλλ' ει ή δύνοψ,ις щ κινήσεται, πώς ετι το συναμφότερον μνη συναριθμουμενης φυχης μ/ηδε της φυχικής δυνά^μεως;
7. 'Ή то συναμφότερον έστω της φυχής τω παρείναι ούχ αυτήν δούσης της τοιαύτης εις το συναμφότερον ή εις θάτερον, αλλά ποιούσης εκ του σώματος του τοιούτου καί τίνος οίον φωτός του παρ αυτήν δοθέντος τήν του ζώου φύσιν έτερον τι, ου το αισθάνεσθαι και τα άλλα οσα ζώου πάθη εϊρτρ-αι. Αλλά πώς ημείς αίσθανόμεθα; "Η, οτι ουκ άπηλλάγημεν του τοιούτου ζώου, καί ει άλλα ήμιν τιμιώτερα εις τήν ολην ανθρώπου ούσ'ιαν εκ πολλών ουσαν πάρδστ/. Ύήν δε της φυχης του αισθάνεσθαι δύναμιν ου τών αισθητών είναι δεί, τών δε από της αίσθήσεως εγγιγνομενων τω ζώω τύπων άντιλητττικήν είναι μάλλον νοητά γαρ ήδη ταύτα' ώς τήν αϊσθησιν τήν εξω εϊδωλον είναι ταύτης, εκείνην δε αληθέστερα^ τη ούσίφ ουσαν ειδών μόνων απα^θώς είναι θεωρίαν. 'Από δή τούτων τών ειδών, αφΧ ων φυχή ήδη παραδέχεται μόνη τήν του ζώου ήγεμονίαν, διάνοιαι δή και δόξαι καί νοήσειςένθα δή ήμεΐς
104 Плотин. Эннеады. Трактат I. 1
μάλιστα. Τα δε προ τούτων ημέτερα, ημείς δη τό εντεύθεν άνω εφεστηκότες τω ζωφ. Κωλύσει δε ούδεν το σύμπαν ζωον λέγειν, μικτόν μεν τα κάτω, τό δε εντεύθεν ο άνθ ρωπος ο αληθής σχεδόν εκείνα δε τό λεοντώδες και τό ποικίλον όλως θηρίον. Συνδρόμου γαρ οντος του ανθρώπου τη λογική ψυχή, όταν λογιζώμεθα, ημείς λογιζόμενα τω τους λογισμούς ψυχής είναι ενεργήματα.
8. Προς δε τον νουν πώς; Νουν δε λέγω ούχ ην η ψυχή έχει εξιν ούσαν τών παρά του νου, αλλ αυτόν τον νουν.
Ή εχομεν και τούτον υπεράνω ημών. Έχομεν δε η κοινόν
ηΊδιον, η και κοινόν πάντων και Ίδιον κοινόν μεν, ότι αμέριστος και εις кал πανταχού ο αυτός, Ίδιον δε, ότι έχει και έκαστος αυτόν όλον εν φυχη τη πρώτη. "Εχομεν ούν
και τά είδη διχώς, εν μεν φυχη οίον ανελιγμένα και οίον κεχωρισμενα, εν δε νώ ομού τά πάντα. Ύόν δε θεόν πώς; Ή ως εποχούμενον τη νο*ητη φύσει και τη ούσιφ τη όντως, ημάς δε εκείθεν τρίτους εκ της αμέριστου, φησί, της άνωθεν και εκ της περί τά σώματα μεριστης, ην δη δει νοειν ούτω μεριστην περί τά σώματα, ότι δίδωσιν εαυτην τοις σώματος μεγεθεσιν, όπόσον αν ζωον η εκαστον, επει και τω παντι όλω, ούσα μία' η, ότι φαντάζεται τοις σώμασι παρείναι ελλάμπουσα εις αυτά και ζφα ποιούσα ούκ εξ αύτης και σώματος, άλλα μένουσα μεν αύτη, είδωλα δε αύτης δίδουσα, ώσπερ πρόσωπον εν πολλοίς κατόπτροις. Πρώτον δε εΊδωλον αίσθησις η εν τφ κοινφεΐτα από ταύτης αύ παν άλλο εΐδος λέγεται ψυχής, έτερον άφ* έτερου άεί, και τελευτφ μέχρι γεννητικού και αυξήσεως και όλως ποιησεως άλλου και άποτελεστικού
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΤΙ ΤΟ ΖΩΙΟΝ ΚΑΙ ΤΙΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ 105
άλλου παρ αύτην την ποιούσαν επεστραμμενης αύτης της ποιούσης προς το άποτελούμενον.
9. "Εσται τοίνυν εκείνης ημΐν της φυχης η φύσις άπηλλα/γμενη αιτίας κακών, οσα άνθρωπος ποιείκαί πάσ χει* περί γαρ το ζώον ταύτα, το κοινόν, καί κοινόν, ώς ειρηται. Άλλ' ει δόξα της φυχης και διάνοια, πώς άναμΑρττρτος; Ψευδής γαρ δόξα καί πολλά κατ" αύτην πράττεται τών κακών. Ή πράττεται μεν τά κακά ηττωμενων ημών ύπό του χείρονος πολλά γάρ ημείς η επιΒνμίας η $υμού η ειδώλου κάκου' η δε τών φευδών λεγομένη διάνοια φαντασ/α ούσα ούκ άνεμεινε την του διανοητικού κρίσιν, άλλ! επράξαμεν τοις χείροσι πει- σ^εντες, ώσπερ επί της αίσ$ησεως πριν τώ διανοητικώ επικρΐναι φευδη όράν συμβαίνει τη κοινή αισδησει. Ό δε νους η εφηφατο η ου, ώστε άναμάρτητος. Ή ούτω δε λεκτέον, ώς ημείς η εφηφάμεΒ'α του εν τώ νώ νοητού η ου. Ή του εν ημΐν δυνατόν γάρ καί εχειν καί μη πρόχειρον εχειν. Διείλομεν δη τά κοινά και τά 'ίδια τώ τά μεν σωματικά και ούκ άνευ σώματος είναι, οσα δε ού δειται σώματος εις ενεργειαν, ταί/τα Ίδια φυχ^ης είναι, καί την διάνοιαν επίκρισιν ποιουμενην τών άπο της αίσ^ησεως τύπων είδη ηδη Β'εωρεΐν καί $εωρεΐν οίον συναισ&ησει, την γε κυρίως της φυχής της αληθούς διάνοιαν νοήσεων γάρ ενέργεια η διάνοια η άλη&ης καί τών ϊξω πολλάκις προς τάνδον ομοιότης καί κοινωνία. Ατρεμησει ούν ούδεν ήττον η φυχη προς εαυτην καί εν εαυτή' αί δε τροπαί καί 6 θόρυβος εν ημΐν παρά τών συνηρτημενων καί τών του κοινού, ο τι δηποτε εστί τούτο, ώς είφηται, παθημάτων.
106Плотин. Эннеады. Трактат I. 1
10.'Αλλ' ει 'ημείς η ψυχή, πάσχομεν δε ταύτα 'ημείς, ταί/τα αν ειη πάσχουσα η ψυχή και αυ ποιήσει α ποιουμεν. Ή και το κοινον εφαμεν ημών είναι και μάλιστα ουπω κεχωρισμενων επει και α πάσχει το σώμα ημών ημάς φαμεν πάσχειν. Διττον ουν το ημείς, η συναριθμουμενου του θηρίου, η το υπέρ τούτο ηδη· θηρίον δε ζωωθεν το σώμα. Ό δ' αληθής άνθρωπος άλλος ο καθαρός τούτων τας άρετας ϊχων τας εν νοήσει αίδη εν αύτη τη χωριζόμενη ψυχή) ϊδρυνται, χωριζόμενη δε και χωριστή ετι ένταΟ^α οϋσηεπει και, όταν αυτή παντάπασιν άποστη, και η
απ* αύτης ελλαμφθείσα απεληλυθε συνεπομενη. Αϊ δ' αρεται αϊ μη φρονήσει, εθεσι δε εγγινόμεναι και ασκησεσι, του κοινούτούτου γαρ ai κακίαι, επει και φθόνοι και ζήλοι και ελεοι. Φιλίαι δε τίνος; 'Ή ai μεν τούτου, ai δε του ένδον άνθρωπου.
11. ΥΙαίδων δε όντων ενεργεί μεν τα εκ του συνθέτου, ολίγα δε ελλαμπει εκ τών ανω εις αυτό. "Οταν δ' αργή εις ημάς, ενεργεί προς το ανω' εις ημάς δε ενεργεί, όταν μέχρι του μέσου ηκη. Τ/ ουν; Ούχ ημείς και προ τούτου; 'Αλλ' αντίληψιν δειγενέσθαιού γαρ, οσα εχομεν, τούτοις χρώμεθα αεί, άλλ' όταν το μέσον τάζωμεν η προς τα ανω η προς τα evai/τ/α, η οσα από δυνιίμεως η εξεως εις ενεργειαν αγομεν. Τα δε θηρία πώς το ζώον έχει; Ή ει μεν ψυχαι εϊεν εν αύτοΐς ανθρώπειοι, ωσπερ λέγεται, αμαρτοΰσαι, ού τών θηρίων γίνεται τούτο, οσονχωριστόν, αλλά παρόν ού πάρεστιν αύτόϊς, αλλ η συναίσθησις το της ψυχής είδωλον μετά του σώματος έχει* σώμα δη τοιόνδε oîov ποιωθεν ψυχής είδώλω* ει δε μ/rç ανθρώπου
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΤΙ ΤΟ ΖΩΙΟΝ ΚΑΙ ΤΙΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ 107
φυχη εισεδυ, ελλόψ,φει άπό της όλης το τοιούτον ζώον γενόμ&νόν εστίν.
12. Αλλ' ει άναμάρτητος η φυχη, πώς ai δίκαι; 'Αλλά γάρ ούτος ο λόγος άσυμφωνείπαντι λόγφ, ος φησιν αύτην και αμαρτάνειν και κατορ$οΰν και διδόναι δίκας και εν "Αιδου και μετενσωμ/ιτοΰσ^αι. Προσ$ετεον μεν ουν οτω τις βούλεται λόγφ' τάχα δ" αν τις εξεύροι και οπη μ/η μαχοΰνται. Ό μεν γαρ το άναμΑρτητον διδούς τη φυχη λόγος εν απλούν πάντη ετίθετο το αυτό φυχην και το φυχη είναι λέγων, ο fî άμαρτεϊν διδούς συμπλέκει μεν και προστί$ησιν αύτη και άλλο φυχης είδος το τά δεινά έχον πάθη· σύνθετος ουν και το εκ πάντων η φυχη αύτη γίνεται και πάσχει δη κατά το όλον και άμαρτάνει το σύν^ετον και τουτό εστί το διδόν δίκην αύτω, ούκ εκείνο. OSBV ψησί' τε&εάμεΟϊα γάρ αύτην, ωσπερ οι τον $Όλάττιον Γλαυκον όρώντες. Αεί δε περικρούσαντας τά προστε$εντα, είπερ τις εΒ'ελει την φύσιν, φησίν, αύτης ιδείν, εις την φιλοσοφίαν αύτης ιδείν, ων εφάπτεται και τίσι συγγενής ουσά εστίν ο εστίν. 'Αλλη ουν ζωη και άλλαι ενεργειαι και το κολαζόμενον έτερον η δε άναχώρτησις και ό χωρισ μός ού μόνον τούδε του σώματος, άλλα καϊ άπαντος του προστεΰεντος. Και γάρ εν τη γενέσει η προσθήκη* η όλως η γενεσις του άλλου φυχης είδους. Το δε πώς η γενεσις, είρηται, οτι καταβαινούσης, άλλου του άπ αύτης γινο μένου του καταβαίνοντος εν τη νεύσει. 'Αρ' ουν άφίησι το εϊδωλον; Καί η νεΰσις δε πώς ούχ ουμαρτία; Αλλ' ει η νεΰσις ελλαμφις προς το κάτω, ούχ άμαρτ/α, ωσπερ ούδ' η σκιά, άλλ' αίτιον το ελλαμπόμενον ει γάρ μ/η είη, ούκ
108 Плотин. Эннеады. Трактат I. Î
έχει όπη ελλοψ,φει. Καταβαίνειν ουν και νεύειν Τάζεται τφ συνεζηκεναι αύτη το ελλαμφθεν παρ αύτης. Άφίησιν ουν το είΰωλον, ει μ/η εγγύς το ύποδεξάμενον άφίησι δε ου τω άποσχισΒηναι, αλλά τω μ/ηκετι είναιούκετι δε εστίν, εάν εκεΐ βλεπη όλη. Χωρίζειν δε εοικεν 6 ποιητής τούτο επι του 'Ορακλεους το εϊδωλον αύτοΰ διδούς εν "Α/δου, αυτόν δε εν $εοΐς είναι υπ" αμφοτέρων των λόγων κατεχόμενος, кал ότι εν $εοΐς και ότι εν "Α/δοι;· εμερισε δ* ουν. Τάχα δ' αν ούτω πιθανός ό λόγος εϊη· ότι δη πρακτικην άρετην έχων Ηρακλής και αξιωθείς δια καλοκαγαΒ'ίαν S-εός είναι, ότι πρακτικός, αλλ' ού θεωρητικός ην, ϊνα αν όλος ην εκεί, άνω τε εστί και ετι εστί τι αύτοΰ και κάτω.
13. Το δε επισκεφάμενον περί τούτων ημείς η η ψυχή;
Ήημείς, αλλά τη φυχη. Το δε «τη φνχη» πώς; ΤΑρα τω
εχειν επεσκεφατο; 'Ή η φυχη. Ούκοΰν κινησεται; Ή κίνησιν την τοιαύτην δοτεον αύτη, η μ/rç σωμάτων, άΧΚ εστίν αύτης ζωη. Kai η νόησις δε ημών ούτω, ότι και νοερά η φυχη και ζωη κρείττων η νόησις, και όταν φυχη νοη, και όταν νους ενεργή εις ημάς9 μέρος γάρ και ούτος ημών και προς τούτον άνιμεν.
йсЗЕГЭ EcJ EcJ LacJ ЕПЗ ЕГО 5 Ί 3 EcJ ScJ ЕГЗ EÜ3 ГДСП ГД g] где] ГД^1 f3 ^1ГЗ ЕЛ ГДС1 ГДсг| |"ДС7| гзci
ΞΈ1ЕГЭΕΓΞ La cj ΕΓΞ ЕГЭ1з cJ ЕГЗ ЕГЗ ЕГЭ la cJ
ГЗ С7| ГЗГ7| ГД Е7| ГЗ g | [3 С] ГЗ СГ| [3 CT) |"3 GT| [ 3 Е7| |"3 С] ГЗ СГ|
I.2. ΠΕΡΙ ΑΡΕΤΩΝ
ОДОБРОДЕТЕЛЯХ (19)
Краткое введение
Этот трактат (№19 в Порфириевой хронологии) входит в число трактатов, уже написанных Плотином к 59-и годам, то есть к моменту встречи с ним Порфирия. Это комментарий к фрагменту из Теэтета ( 176а), цитируемому в начале первой главы, и его цель — оп ределить, в каком именно смысле можно сказать, что добродетели делают нас богоподобными. Исследуя это, Плотин охотно пользуется идеями, почерпнутыми у Аристотеля — о том, что боги не могут обладать нрав ственными добродетелями (см.: Никомахова этика, X. 8.1178Ь) и что существуют два рода добродетели — нравственная и интеллектуальная (см.: Никомахова этика, VI. 2. 1139а ff.); положение, легшее в основу собственного Плотинова учения, это положение о выс шей и низшей добродетели, в котором присутствуют
