Добавил:
Upload Опубликованный материал нарушает ваши авторские права? Сообщите нам.
Вуз: Предмет: Файл:
Greek.docx
Скачиваний:
3
Добавлен:
01.05.2025
Размер:
318.35 Кб
Скачать

Элементы синтаксиса

  1. Порядок слов

1.1. Порядок слов в греческом языке не является фиксированным. Нейтральным порядком слов считается порядок SVO (подлежащее – сказуемое – дополнение), например:

Η Μαρία δουλεύει τώρα τη διατριβή της.

    1. Положение энклитических местоимений является фиксированным. В изъявительном наклонении и конъюнктиве местоимения употребляются в препозиции к глагольной форме, например:

Τον είδα χτες.

В повелительном наклонении энклитическое местоимение ставится в постпозиции к глагольной форме:

Πες μου την αλήθεια!

Если при глаголе употребляются два энклитических местоимения в винительном и родительном падеже, то сначала ставится местоимение в родительном падеже, а затем – в винительном:

Του το είπα πολλές φορές.

  1. Основные типы независимых предложений

Тип предложения

Примеры

Изъявительное

Ο καιρός σήμερα είναι καλός.

Οι φίλοι μας πήγαν στην Κρήτη πέρσι το καλοκαίρι.

Побудительное (с повелительным наклонением)

Μίλα πιο αργά για να σε καταλάβω!

Σας παρακαλώ, ελάτε μέσα, κύριε Μαρκόπουλε.

Για έλα εδώ μια στιγμή!

Побудительное (с конъюнктивом)

Να μου γράφεις συχνά.

Ας μη μου μιλάει, δεν με νοιάζει.

Вопросительное (прямой вопрос)

Θα δει την Ελένη ο Γιάννης;

Μήπως θα δεις την Ελένη σήμερα;

Άραγε δεν θα είναι αύριο τα καταστήματα;

Вопросительное (с вопросительными словами)

Ποιος θα αναλάβει την υπόθεση αυτή;

Τι να κάνει τώρα ο πρωθυπουργός;

Πού να βάλω αυτό το τραπεζάκι;

Γιατί δεν κάλεσαν τον Αλέκο;

  1. Основные типы сложноподчиненных предложений и союзы

Тип предложения

Используемые союзы

Примеры

Определительное

που

ο οποίος, η οποία, το οποίο

Ο καθηγητής που μας έκανε ιστορία ήταν καλός.

Ο νεαρός που τον είδαμε χτες στην ταβέρνα είναι φίλος μου.

Κάθε παιδί του οποίου ο πατέρας είναι πολύτεκνος δεν πληρώνει δίδακτρα.

Η κοπέλα κοντά στην οποία καθόσουν είναι η αρραβωνιαστικιά του.

Местоименно-определительное

όποιος, όσος, ό,τι, οτιδήποτε, οποιοσδήποτε, όπως, όπου, οπουδήποτε, όποτε, οποτεδήποτε, όσο, οσοδήποτε

Φάγαμε ό,τι βρήκαμε.

Πήραμε μαζί μας οποιονδήποτε θέλει να έρθει.

Μετά από ένα μήνα θα μιλάς όπως μιλάω εγώ.

Όποιον πει την αλήθεια θα τον συγχωρήσω αμέσως.

Πάντα φιλοξενεί όσους έρχονται στο σπίτι του.

Όσα λεφτα του δώσεις, τόσα θα ξοδέψει.

Από όπου περάσεις, σου χαμογελούν.

Όση αγάπη κι αν του δώσεις, δεν είναι ευχαριστημένος.

Όπου κι αν πας, θα θυμάσαι τον ουρανό της Ελλάδας.

Косвенный вопрос

αν/μήπως, να

Ο Γιάννης ρώτησε αν / μήπως ήθελα να πάω μαζί του.

Η Μαρία με ρώτησε να φύγει ή όχι.

Πες μου γιατί / για ποιο λόγο δεν μου μιλάς.

Τον ρώτησα τι είπε ο Γιάννης.

Косвенное побуждение

να

Μου είπε να του φέρω το βιβλίο.

Με παρακάλεσε να μην του μιλάω όταν γράφει.

Дополнительное

ότι, πως, που

να

Πιστεύει ότι / πως δεν θα γίνει πόλεμος.

Μετάνιωσα που τον άφησα να φύγει.

Ο Γιάννης παρακαλούσε να μην τον στείλουν στο μέτωπο.

Φοβάται μην τον δουν.

Τον ενοχλεί το ότι παντερύτηκε τόσο γρήγορα η Μαρία.

Условное

αν, εάν, άμα, έτσι και, είτε... είτε, ή...ή

Αν δεν του μιλήσω, δεν πρόκειται να φύγω.

Είτε το θέλεις είτε όχι, η Μαρία θα παντρευτεί τον Σπύρο.

Έτσι και τολμήσει να σε κατηγορήσει, θα τον βρίσω.

Αν τον ήξερες, δεν θα μιλούσες έτσι.

Αν είχες πάρει λαχείο, μπορεί να είχες κερδίσει.

Уступительные

αν και, μολονότι, κι ας, παρ᾽όλον ότι, παρόλο που, ακόμη κι αν, έστω κι αν

Αν και δεν τον ξέρω πολύ καλά, τον συμπαθώ.

Μολονότι δεν έχει λεφτά, κάνει πολλά έξοδα.

Παρ᾽όλον ότι είναι απρόσεκτος, εντούτοις τα καταφέρνει.

Εγώ θα πάω στο πάρτι κι ας μην έρθει ο Τάσος.

Πρέπει να έρθεις κι ε΄συ, έστω κι αν δεν θέλεις.

Временное

πριν (να), μέχρι να, μέχρι που, όταν, μόλις, αφού, καθώς, όποτε που

Πριν (να) πάτε στη διάλεξη, περάστε από το σπίτι μου.

Ανησυχούσε πολύ μέχρι να τον δει.

Μέχρι που δεν έκλαιγε, ήταν καλά.

Όταν τον βλέπω, θυμάμαι τον πατέρα του.

Μόλις τον φωνάξω, έρχεται.

Αφού δεν ξέρει αγγλικά, πώς θα σπουδάσει στην Αγγλία;

Обстоятельственное

όπως, για να, ώστε να, γιατί, διότι, επειδή, εφόσον, αφού

Όπως σου είχα πει, η Μαρία δεν δέχτηκε αυτή την πρόταση.

Της πήρε τα λεφτά, για να μην της τα επιστρέψει ποτέ.

Έκανε έτσι ώστε η Μαρία να μπορεί να αποφασίσει μόνη της.

Κάθισε διότι ήταν κουρασμένος.

Εφόσον δεν θέλεις να καταλάβεις, θα πάψω να σου μιλώ.

Соседние файлы в предмете [НЕСОРТИРОВАННОЕ]